|
Μετά τις αποκαλύψεις στον Τύπο για τη μονοπώληση του προγράμματος κοινωφελούς εργασίας από στημένες ΜΚΟ και το ΙΝΕ ΓΕΣΕΕ, η όλη διαχείριση του προγράμματος μπαίνει αναγκαστικά στο στόχαστρο του κοινοβουλευτικού ελέγχου και με αυτό τον τρόπο δυναμικά ως αντανάκλαση - και στην κοινωνική διαβούλευση.
Το Υπουργείο Εργασίας, παρά τις αντίθετες διακηρύξεις, απέφυγε τη διαβούλευση με το σύνολο των δικαιούχων και τώρα πρόκειται να την υποστεί θέλει δεν θέλει και την ανοικτή συζήτηση για παρενέργειες και παραλήψεις. Τους είχαμε προειδοποιήσει ως "Πανελλήνιο Παρατηρητήριο", αλλά ακολούθησαν την πεπατημένη, σαν να μην έχουν πάρει κανένα μάθημα από το παρελθόν σε μια εποχή μάλιστα που έχουν μπροστά τους μια θυμωμένη και αγανακτισμένη κοινωνία. Τους είχαμε προειδοποιήσει ότι πρέπει να μπει ένα "ταβάνι" στις προτάσεις και τα μνημόνια συνεργασίας με τους που μπορεί να καταθέσει ο κάθε δικαιούχος ώστε να μην δίνεται η ευκαιρία να μονοπωλήσει κανείς το πρόγραμμα, αλλά αγνόησαν την κοινή λογική μαζί με το σύνολο των δικαιούχων. Είχαμε επισημάνει ότι οι κυβερνήσεις οφείλουν να διαβουλεύονται ανοικτά με τους εμπλεκόμενους φορείς, ιδιαίτερα όταν διαχειρίζονται χρήματα του "Ευρωπαϊκού κοινωνικού Ταμείου", όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά εκείνοι περιορίστηκαν στη διαβούλευση με τη ΓΕΣΕΕ και τους κομματικούς ημέτερους.
Τους είχαμε επισημάνει ότι, μέσα από την διαβούλευση, θα πρέπει να εξασφαλιστεί η κοινωνική συναίνεση, γιατί σήμερα μετά την κρίση δεν μπορούν να περάσουν πολιτικές παρασκηνίου δίχως τις εγγυήσεις κοινωνικής δικαιοσύνης. Και δεν αρκεί κάποιος να μιλά για κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά πρέπει να το αποδεικνύει στην πράξη, ιδιαίτερα όταν κυβερνά. Τους είχαμε προειδοποιήσει όπως και το Υπουργείο παιδείας στο πρόγραμμα "δια βίου μάθηση" ότι δεν μπορεί να συνεχιστούν τα τεχνάσματα και καταλήγουν οι πόροι του Ευρωπαϊκού κοινωνικού ταμείου στη μαύρη τρύπα του κράτους.
Είχαμε επισημάνει ότι πρέπει να ειπωθεί ανοικτά, προς κάθε κατεύθυνση, ότι Υπουργείο είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιήσει τους μη κερδοσκοπικούς φορείς στην υλοποίηση του συγκεκριμένου προγράμματος από τους κανονισμούς της ΕΕ, πως δεν κάνει χάρη στις ΜΚΟ, αλλά δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά εάν θέλει να απορροφηθούν οι πόροι.
Εάν είχε γίνει αυτή η επικοινωνιακή προσέγγιση, θα είχαμε αποφύγει τη σύγχυση μέσα σε ένα θολό τοπίο και δεν θα μπορούσε τώρα η αντιπολίτευση και ορισμένοι Δήμοι να μηδενίζουν τις ΜΚΟ, ένα καταξιωμένο θεσμό σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και να λένε απροκάλυπτα τι τους θέλουμε τους "παρένθετους" τι τους θέλουμε τους "νταβατζήδες" και να συκοφαντούνται με αυτό τον τρόπο όλες οι οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών επειδή 10 "στημένες ΜΚΟ" με πλάτες πολιτικές ή ανοχές θέλουν να μονοπωλήσουν το πρόγραμμα προς ίδιον όφελος.
Μέσα από τον πόλεμο των εντυπώσεων, ας ξεκαθαρίσουμε τώρα, προς άρση κάθε πολιτικής υποκρισίας. Ας ξεκαθαρίσουμε όλες τις επιλογές που θα μπορούσαν να υπάρξουν για να είναι συμβατές με την κοινοτική νομοθεσία οι διαδικασίες διαχείρισης του προγράμματος και να μην συνεχιστεί ξανά το πάρτυ για τους ολίγους με τα κοινοτικά κονδύλια.
Έχουμε, λοιπόν, τις παρακάτω επιλογές για να δούμε ποιες από αυτές είναι σύννομες και θεμιτές και ποιες όχι.
Πρώτον: Έχουμε την επιλογή να ξαναδώσει η κυβέρνηση τους πόρους αυτούς για προσλήψεις στο δημόσιο με τη διαδικασία τύπου stage, οπότε θα έχουμε ξανά καθολικό πελατειακό σύστημα και παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας. Αυτό θέλει αντιπολίτευση; ας το πει ξεκάθαρα.
Δεύτερον: Να δοθούν αυτές οι προσλήψεις απευθείας στους Δήμους, όπως ζητούν πολλοί Δήμαρχοι, οπότε, θα έχουμε πάλι ένα όργιο ρουσφετιού σε τοπικό επίπεδο στο πιο διεφθαρμένο κομμάτι της δημόσιας διοίκησης με διακομματικό χαρακτήρα. Αλλά και αυτό δεν είναι συμβατό με την κοινοτική νομοθεσία. Μήπως κάποιους, τελικά, δεν τους πειράζει πολιτικά το διακομματικό ρουσφέτι, αλλά τους πειράζει μόνον το ρουσφέτι που δεν μπορούν να εκμεταλλευτούν οι ίδιοι;
Τρίτον: Να δώσει το πρόγραμμα σε τοπικές συμπράξεις Δήμων και ΜΚΟ όπως επέλεξε η κυβέρνηση για να είναι μέσα στα πλαίσια της κοινοτικής νομοθεσίας …αλλά με διάχυση σε εκατοντάδες δικαιούχους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς.
Και τέταρτον: να δώσει το πρόγραμμα απευθείας στις οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών που έχουν πιστοποιημένη διαχειριστική επάρκεια.
Η τελευταία επιλογή, παρόλο που είναι συμβατή με την κοινοτική νομοθεσία, ασφαλώς, δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει στη χώρα μας με δεδομένη την ανωριμότητα και των ίδιων των ΜΚΟ να επωμιστούν αποκλειστικά την ευθύνη του όλου προγράμματος.
Έτσι, η τρίτη επιλογή τηρουμένων των προϋποθέσεων της διάχυσης σε όσους το δυνατόν περισσότερους φορείς, με την εποπτεία των Δήμων και τον κοινωνικό έλεγχο, ήταν πράγματι η καλύτερη επιλογή στις παρούσες συνθήκες. Φτάνει μόνον να είναι μια αυθεντική επιλογή και όχι ατελής, υπονομευμένη εκ των έσω.
Ας το καταλάβουν τελικά. Οι οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών στη χώρα μας, έστω και σε αυτό το επίπεδο χαμηλής οριζόντιας οργάνωσης, εξαιτίας του γενικότερου πελατειακού πολιτικού συστήματος, αρχίζουν τώρα να αντιδρούν θεσμικά και να εγείρουν ζητήματα με πολιτικές συνέπειες, έχοντας «σύμμαχο» επικοινωνίας το διαδίκτυο.
Πανελλήνιο Παρατηρητήριο Κοινωνίας Πολιτών
|