|
...όλην τν’ ώρα σαρακοστή κι δεν βλέπου ανάστασ’ να έρχιτι γρήγουρα |
|
|
|
Σάββατο, 12 Μάρτιος 2011 17:40 |
|
- Άϊντι ρα Μήκα καλή σαρακοστή να έχουμι, απέρασαν πάλι οι Απουκρές, μέσα τα κιφάλια τώρα μέχρι τν’ Πασχαλιά.
- Του θέμα είνι ότι θα έχουμι όλην τν’ ώρα σαρακοστή κι δεν βλέπου ανάστασ’ να έρχιτι γρήγουρα.
- Γιατί ρα του λες αυτό, τι σι τσάκουσαν τα σικλέτια πάλι. Εψές δεν πιάνουσαν στουν φανό από τα μασάλια κι τα κασμέρια κι καρκαλιούσαν όλην τν’ ώρα μι όλνους κι μ’ όλες.
- Εψές ήμαν μιτζμένους κούρμπιτου κι δεν ήξιρνα που πήγιναν τα τρία όχ’ τα τέσσερα. Σήμιρα που είμι ξιμέτστους, ξαναγύρσαν τα μυαλά στουν τόπου τα. Τώρα είπαν οι ειδήσεις μας υποβάθμισαν κάτ’ ξέν’ στου εξωτερικό τν’ οικουνουμία μας κι εκεί που ήταν να δούμι κάνα φως στου τούνελ, τώρα πουφ η λάμπα, τσουφ τ’ αβγό.
- Κι τι χουλουσκάς ρα εσύ, μαν τα βγείς ισύ για δαν’κές παράδες.
- Το θέμα είνι ότι εγώ δεν θα πάρω παράδες δαν’κές, αλλά θα κληθώ να τα ξιχριώσω όλα.
Δηλαδή άλλος…. κι άλλος πλιαρών’. Κι όπως λέμι ιμείς οι Κουζανιώτ’ μι ξέν’ τσου..α γίνισι γαμπρός.
-Αμαν ρα τι άγριψις έτσια, τουν λέου.
- Δεν μπουρο ρα, μι λέει, άλλου. Εχουμι πάθ’ ψυχουλουγικά μι τα ΔΝΤουδια κι τσ’ τρόικις.
Όπου πάμι κι όπου σταθούμι μας ακλουθούν, ακόμα κι στου χαλέ σφίγγουμι μην μας παρακλουθούν μι τίπουτα δουρυφόρ’ αν κατουριούμιστι πιο πολύ κι χρειάζιτι τεκμήριου για να πεις τουν Παπακουνσταντίνου τι ρούφσις κι βγάντς παραπάν κατούρουμα. Τρώμι αν έχουμι καμιά σαλάτα παραπάν τν’ Κυριακή κι θαρρώ ότι φκιάνου του τρανύτιρου αμάρτημα ακόμα κι απου του προυπατουρικό. Σφάλτσαμι τα αφτουκίνητα στα γκαράζια κι κουντέβουμι να ξαναγυρίσουμι στα γουμάρια. Άσι που τουν άλλου χειμώνα σκέφτουμι να μιτακουμίσου σι καμιάν Χαβάη ή να πέσου σι χειμερία νάρκη μι όλην τν’ φαμπλιά γιατί δεν τα βγάνουμι πέρα πια κι φνότηρα τα μας ερθεί.
Απότομα μι ξύπνησιν ου Μήκας απου τουν αποκριάτικο λήθαργο που μας άρισιν να απομείνουμι αλλά δε γίνιτι δυστυχώς.
Ξαναχίρσαμι πάλι να βαριαστινάζουμι κι να ιδρώνουμι απου τν’ αγωνία μας μέσα στουν ψόφου κρύου για το πώς θα τα βγάλουμι πέρα.
- Ποιόν ρα καρτηρούμι να μας σώσ’, αυτοί είνι για τα πανηγύρια κι χειρότιρα απου μας, μι λέει. Είνι ποτέ δυνατόν ου χουρταμένους να σκιφτεί τουν νησκό κι να τουν σώσ’; Του πουλύ πουλύ να τουν πιτάξ’ κάνα κουμμάτ’ ξιρό να γραβαλήσ’ κι να τουν έχς κι υπουχρέουσ’. Πόσα χρόνια πλιαρώνουμι αμαρτίες δανκές σε όλνους τσ’ μασκαράδες που μπλέθκαν μι προυμήθειες κι εξυπηρετήσεις κι χρειάζιτι τώρα να τα ξαναπλιαρώσου; Εδώ σι λέει ου άλλους στν’ εφημερίδα φκιάν’ χαρτιά οι άλλ’ να ανοίξν’ δλειές κι σημασία δεν δείν’ καγκάνας κι χρειάζουντι χιλιάδες υπογραφές κι στουν πάτου σκώνουντι όλ’ κι του μαζών’ αραβάν’.
- Ο μπο, τουν λέου, μ’ έφκιασις την ψ’χή μαύρ’ κι μι φαίνιτι τα γιουρτάσου Απουκρές κι μι του παλιό κι μπακιά για να ξαναξιχαστώ.
- Εϊ, μ’ αποκρένιτι, όσου κι να κρύβουμι του κιφάλι μας μούγκι στου χώμα σαν αυτό του τρανό του πλί μι τουν τρανό λιμό να καρτηρούμι ότι τα τν’ φάμι πισόπλατα. Ή τσ’ αμπώχνουμι όλνους κι σωζουμέστι μαναχοί μας ή τα τσακώσουμι του σουσίβιου που μας έριξαν αλλά είνι θ’λειά για του λιμό κι γκλιαρωνουμέστι.
Μανώλης Μαρκόπουλος
|