Nα βαλ’ ου Θος το χέρι του γιατί το’χουμι χαμένου Εκτύπωση E-mail
Κυριακή, 31 Οκτώβριος 2010 23:52

Το γαρ πολύ του έρωτος γεννά παραφροσύνη, είπε ο ποιητής αλλά στις μέρες μας και το γαρ πολύ με τα ταξίματα λόγω εκλογών, θα φέρει την κρανίσια προ των πυλών.

Άη Δημητριού σκώθκαμι νωρίς να πάμι στν΄εκκλησιά κι μετά να βρούμι κάναν που γιόρταζιν να μας κιράσ’ τουν καιμακλίσιου τζάμπα. Σε εποχές που ζούμε, κάθε τι που μοιράζιτι τζιαμπαρίκους είνι κι γλυκότιρου από το ξυδ’.

Αλλά. παν οι καλές παλιές εποχές που συναγουνίζουνταν ποιος τα πλιαρώσ’.

Τώρα φκιάν’ ολ’ τν’κορόιδα όταν είνι να βαλν’ του τσιούγκου στο τζιόπ’. Άλλους κατουριέτι κι πάει στουν αναγκαίου, άλλους ξεροβήχ’ κι άλλους τάχατ πάει να χιριτήσ’ έναν γνουστό που είδιν παραπέρα.

Άιντι λέου μαναχός σου χόριβι κι όσου θέλεις πήδα, ρούφσιέ τουν κι πλιαρουσέ τον μαναχός.

Εκεί που κάθουμαν, θες δεν θες θα ακούσεις κι τι λεν οι διπλανοί άμα του λεν κι φουναχτά.

-Έι λέει ου ένας, ψήφσιέ τι τουν τάδε, είνι καλός.

-Γιατί είπαμι ιμείς ότι είνι κακός, αποκρέθκιν ένας άλλους. Αλλά γιατί ρα αυτόν;

-Τα μας βαλ’ σι δλειά ρα είπιν άμα τα βγει.

-Εμείς ρα όπως φαίνιτι του πράμα είμιστι ου πιο δουλεφτάρκους λαός. Τί μας λεν τιμπέλδις; Εδώ όλοι αραδούν δλειά. Άμα θα ρουτήξ’ καγκάνας δεν είπιν θέλου να κάθουμι. Χρειάζ’ να μας δωσν’ βραβείου.

-Ξιέρου τι σι λέου εγώ κάθουνταν κι σι καλή καρέκλα αυτός κι εχ΄κι τα μέσα.

-Αυτός που εχ’ τα μέσα, ξιέρς ότι ου γιός τ’ αραδάει δλειά κι αυτός;

-Ε ρα ου γιός του σπούδασιν στου εξωτερικό κι ξιέρ’΄γράμματα για τν’Ευρώπ’, όχ’ τα δικά μας.

-Κι ποιά είνι τα θ’κα μας ρα;

-Ια να ξας κλοιές κι να φκιάντς φανάρια. Ξερς τι επικερδές επάγγελμα είνι αυτό;

Γκλιαρώθκα μόλις του άκουσα, μ’έπισιν κι ου καφές στου παντελόν’ κι έφκιασα μιαν ντάμκα, ια, μι του συμπάθειου.

-Πηγαίντε μέσα στην κουζίνα να σας το κάνει με το σφουγγάρι κάποια κυρία, λέει ένας ευγενέστατος υπάλληλος.

Πήγα γιατί δεν είνι να βγεις μι τν’ ντάμκα όξου στν’ βόλτα, γιατί τα σι λεν όλοι ζητλάρα.

Μόλις πάου να μπω στν’ κουζίνα ακούου συζητούσαν δυ γυναίκες.

Ψήφσι μαρ αυτόν. Θα μας βαλ’στν’ δλειά κι θα γλυτώσουμι απου δω μέσα.

-Σι τι δλειά μαρ τα μας βαλ’;

-Δεν μ’είπιν. αλλά μι υπουσχέθκιν σίγουρα τα μας βαλ’ σι γραφείου γιατί δεν είμιστι ιμείς για εδώ, αλλά για τρανές καρέκλες.

-Πόσου τρανές μαρ;

-Ίσια μι δέκα στρέματα. Αυτό μαρ τα μας πειράξ’;

-Συγγνώμη, λέω, μπορείτε να με καθαρίστι λίγο το λεκέ;

-Έτσια κακοσμάζουχτου σι βγαν’ η γυναίκα σ’ όξου; Κι έρχιστι σι μας να σας καθαρίσουμι;

Ια γι αυτό σι λεου να ψηφήσουμι ικείνουν να φύβγουμι απου δω κι να γλυτώσουμι. Είμιστι ιμείς να καθαρνούμι τν’ βρώμα απου τουν καθένα;

Αφού δεν μι βάρισαν κι καμιά, πάλι καλά.

Μετά απου αυτά, τι συμπέρασμα να βγαλτς για ψηφήσαντες κι υποψηφίους;

Το κοινωνικό συμπέρασμα είνι να βαλ’ ου Θος το χέρι του γιατί το’χουμι χαμένου.