|
Τελικά ούτε «λεφτά υπήρχαν», όπως διαβεβαίωνε ο πρωθυπουργός που προεκλογικά υποσχόταν και αυξήσεις, ούτε βέβαια η ελληνική οικονομία ήταν ισχυρή και θωρακισμένη στην κρίση, όπως έλεγε ο προκάτοχός του.
Οι προβλέψεις για τα μελλούμενα είναι επισφαλείς. Δεδομένα όμως δυσοίωνες για τους πολίτες. Επί μήνες, άλλωστε, ακούμε για μέτρα που μπορεί να είναι σκληρά αλλά είναι αναγκαία και τα τελευταία που λαμβάνονται. Μετά από λίγο, όμως, έρχονται και νέα, διότι τα προηγούμενα αποδείχθηκε πως δεν αρκούσαν. Το κράτος δεν μπορεί να μειώσει τις δαπάνες του με εξορθολογισμό της λειτουργίας του και επιλέγει τον εύκολο δρόμο της περικοπής μισθών και, επειδή δεν μπορεί να αυξήσει τα έσοδα, αυξάνει διαρκώς τους φόρους, βυθίζοντας το κράτος σε μια διαρκώς ανατροφοδοτούμενη ύφεση και τους επαγγελματίες και εργαζόμενους στην απόγνωση. Το επείγον του πράγματος, που οι κυβερνώντες εν πολλοίς προκάλεσαν, αποτελεί πάντα μια ικανοποιητική δικαιολογία.
Στήνεται, παράλληλα, πλήρες ιδιωτικό σκηνικό στην παιδεία, την κοινωνική ασφάλιση και την υγεία, όπου πλέον ο ασφαλισμένος στα δημόσια νοσοκομεία θα πρέπει ακόμη και στα εφημερεύοντα να πληρώνει είσοδο και τις εξετάσεις από την τσέπη του. Ο πολίτης, επίσης, όποιος μπορεί, θα κατευθυνθεί στον ιδιωτικό τομέα, όταν για μια εξέταση στο ΙΚΑ πρέπει να περιμένει ως και τρεις μήνες ή όταν το παιδί του κάνει μάθημα σε μια ημιυπόγεια αίθουσα με 30 ακόμη μαθητές… Η επίσημη ανεργία έχει φθάσει τα 750.000 άτομα, άρα το πραγματικό επίπεδό της προφανώς ξεπερνάει τα εφιαλτικά επίπεδα του ενός εκατομμυρίου ανέργων, όπως προέβλεπαν τα συνδικάτα. Άλλωστε, και με την σφραγίδα του ΔΝΤ και της ΕΕ ενθαρρύνθηκε η εργοδοτική άποψη για «μπλοκάκια», τετράωρα και εκ περιτροπής εργασίας… για τους τυχερούς. Και με τερτίπια όπως η περαίωση και η ρύθμιση των ημιυπαίθριων και πλέον και των αυθαιρέτων επιχειρούν να τρομοκρατήσουν τους πολίτες, ώστε να σπεύσουν να «προσφέρουν» τις τελευταίες οικονομίες τους στο κρατικό ταμείο, για να το βρουν οι ελεγκτές της τρόικας γεμάτο, πριν δώσουν το πράσινο φως για την εκταμίευση μιας νέας δόσης.
Για ανάπτυξη, βέβαια, ούτε κουβέντα. Για ένα σχέδιο ενίσχυσης των επαγγελματιών να κρατήσουν τις επιχειρήσεις, την παραγωγή και τους εργαζομένους τους και κυρίως να βελτιωθεί το κλίμα. Oύτε ένα κίνητρο για επενδύσεις, ούτε μια παρέμβαση προς τις τράπεζες να ανοίξουν τις στρόφιγγες της χρηματοδότησης προς την αγορά, σε επιχειρηματίες, επαγγελματίες και ιδιώτες. Λες και –ειδικά μετά την κρατική επιδότηση και εγγύηση πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ- δεν είναι πυλώνες της οικονομίας αλλά μονάχα κερδοσκοπικά ιδρύματα που παλεύουν να ενισχυθούν στην περίοδο της κρίσης. Πολλώ δε μάλλον τώρα με την συζήτηση για αναδιάρθρωση του χρέους. Όπως επίσης το κράτος έχει κηρύξει πλήρη «στάση πληρωμών» έχοντας ανεξόφλητους προμηθευτές, κατασκευαστικές εταιρείες, παγώνοντας την επιστροφή του ΦΠΑ κλπ.
Η παράταση αποπληρωμής του δανείου από την τρόικα με τη μείωση του επιτοκίου κατά μία μονάδα, όπως αποφασίσθηκε στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. προφανώς και δεν αρκεί να δώσει ανάσες και χρόνο στην ελληνική οικονομία. Η αναδιάρθρωση του χρέους εμφανίζεται από πολλούς προδιαγεγραμμένη, αν όχι προαποφασισμένη ήδη απο την υπογραφή του Μνημονίου. Κάτι που σημαίνει πως η επιτήρηση θα διαρκέσει για πολλά πολλά χρόνια διαμορφώνοντας τις «γενιές του Μνημονίου». Γενιές που είτε θα ξεκινήσουν δίχως προοπτικές, είτε θα πρέπει βίαια να αναπροσαρμόσουν τον τρόπο ζωής τους μπροστά στις νέες συνθήκες και τις αδυναμίες να ανταποκριθούν σε ανάγκες που δημιούργησαν και υποχρεώσεις που ανέλαβαν σύμφωνα με τα δεδομένα μιας άλλης εποχής –πάντα με την ενθάρρυνση του κράτους που έβλεπε τους δείκτες της ανάπτυξης να καλπάζουν, στηριγμένοι όμως στην κατανάλωση μέσω του τραπεζικού δανεισμού.
Η οικονομική κρίση ανέδειξε και θεσμική κρίση, με τους πολιτικούς, τους συνδικαλιστές, τους πνευματικούς και ακαδημαϊκούς να μην μπορούν να βρουν και να διατυπώσουν ούτε λύσεις, ούτε προτάσεις, ούτε, περισσότερο, να πείσουν και να συσπειρώσουν μια κοινωνία αμήχανη, μουδιασμένη, φοβισμένη και σε «εθνική κατάθλιψη». Μια κοινωνία όμως που "βράζει". Αυτό είναι ένα μικρό μέρος της Ελλάδας του Μνημονίου. Της Ελλάδας των 2.500.000 που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Η Ελλάδας της κοινωνίας του 1/3, πλέον. Όπου η μεσαία τάξη σύντομα θα γίνει κατώτερη, η κατώτερη θα ζει στα όρια της φτώχειας.
Βαγγέλης Πλάκας Δημοσιογράφος
|