Αρχική
Ευεργεσία και Αχαριστία Εκτύπωση E-mail
Δευτέρα, 26 Ιούλιος 2010 00:02

Ένας άνθρωπος βρήκε στο δρόμο ένα μικρό φιδάκι που ήθελαν να το σκοτώσουν δύο παιδιά. Το γλίτωσε, το πήρε στο σπίτι του, το τάιζε κάθε μέρα. Όταν μεγάλωσε, τυλίχτηκε στο λαιμό του ευεργέτη του και ήθελε να τον φάει. Με τα πολλά, συμφώνησαν ο άνθρωπος και το φίδι να πάνε σε δικαστή, να τους πει ποιος από τους δυο τους έχει δίκαιο. Τα πρόβατα και τα βόδια, ξεκινώντας από την αδικία που τους κάνει ο άνθρωπος, καθώς τα εκμεταλλεύεται όλη τη ζωή τους και στο τέλος τα σφάζει κιόλας και τα τρώει, ενώ αυτά τον υπηρετούν και τον ευεργετούν, είπαν ότι, σύμφωνα με τον ανθρώπινο νόμο, το φίδι έχει δίκαιο. Γιατί, όπως ο άνθρωπος σφάζει τους ευεργέτες του και τους τρώει – εννοούνται τα οικόσιτα ζώα που τον υπηρετούν, δίνοντάς του το μαλλί, το γάλα, το τυρί και σπέρνοντάς του τα χωράφια, κατά τον ίδιο νόμο και το φίδι δικαιούται να φάει τον ευεργέτη του που το έτρεφε. Τελευταία έρχεται η σειρά της αλεπούς. Εκείνη, επειδή ο άνθρωπος με νοήματα της έταξε όρνιθες, τον αθώωσε. Μόλις γλίτωσε εκείνος, πήγε στο σπίτι του με πραγματικό σκοπό να βάλει σε μια σακούλα την κλώσσα του σπιτιού με τα κλωσσόπουλα, για να τα πάει δώρα στην αλεπού που τον γλίτωσε. Η γυναίκα όμως του χωρικού, αντί για κλώσσα με κλωσσόπουλα, έβαλε κρυφά μέσα στη σακκούλα τη σκύλα με τα κουτάβια της. Όταν λοιπόν ζύγωσε ο άνθρωπος στο μέρος που τον περίμενε η αλεπού, της φώναξε: “Κυρά αλεπού, έλα και σου έφερα την κλώσσα με τα κλωσσόπουλα”.  “Έ, λέει η αλεπού, λύσε εσύ την σακκούλα και εγώ τα πιάνω ένα – ένα”. Λύνει τότε τη σακκούλα ο άνθρωπος, πετιέται από μέσα η σκύλα, αρπάζει την ουρά της αλεπούς και την κόβει με τα δόντια. Η αλεπού, χωρίς ουρά πια, έλεγε στον εαυτό της. “Αμ' εσένα, μωρή αλεπού, ο πατέρας σου δικαστής δεν ήτανε, η μάνα σου δικαστίνα δεν ήτανε, ο πάππος σου εισαγγελέας δεν ήτανε, τι σου 'ρθε λοιπόν εσένα και πήγες και έκανες το δικαστή;”

Γεώργιος Μ. Μπόντας
Τέως Δ/ντής της Μανουσείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σιάτιστας – Λαογράφος