|
Λένε πως η Κοζάνη, η πόλη μας είναι μία δύσκολη πόλη, μια πέτρινη πόλη, όπως πρώτος ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου της χαρακτήρισε, μια πόλη που δεν μπορεί να εμπνεύσει και να θρέψει λογοτέχνες. Συμφωνείτε μ’ αυτή την άποψη;
Εγώ πιστεύω ότι η Κοζάνη έχει τα θετικά και τα αρνητικά που έχει κάθε πόλη ανάλογα με το μέγεθός της. Δηλαδή δε μπορώ να φανταστώ, γιατί η Αθήνα θα μπορούσε να εμπνεύσει ένα λογοτέχνη. Η Κοζάνη μπορεί να εμπνεύσει, εάν κάποιος συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο ή τίποτα λιγότερο από μία μεγάλη πόλη της περιφέρειας με κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και εφόσον θέλει να δημιουργήσει κάποια πράγματα, πρέπει να κάνει αυτό που κάνει κάθε άνθρωπος, που θέλει να παράγει ένα έργο. Να μαζέψει εμπειρίες, εικόνες, ερεθίσματα που έχει ο ίδιος και να προσπαθήσει να τα αξιοποιήσει αποσπώντας κάποια στιγμή τον εαυτό του από το περιβάλλον και κλείνοντάς τον στον κόσμο που δημιουργεί εκείνο το διάστημα. Έναν κόσμο που εκφράζει το βιβλίο, έναν κόσμο που εκφράζει ένα έργο τέχνης, ένα έργο ζωγραφικής, ένα μουσικό έργο, οτιδήποτε. Διότι μπορεί κανείς να δημιουργήσει και σε μια πόλη σαν την Κοζάνη. Η Κοζάνη έχει πολύ σημαντικούς μουσικούς, όπως είναι ο Μάκης Σεβίλογλου, πολλούς σημαντικούς εικαστικούς, όπως ο Κώστας Ντιος. Για να μπορούν αυτοί να παράγουν τέτοια σημαντικά έργα, σημαίνει ότι μέσα τους έχουν τα ερεθίσματα που με τα έργα αυτά εκφράζουν.
Μήπως έχει επικρατήσει αυτή η άποψη γιατί στην Κοζάνη δεν υπάρχει κάποιος εκδοτικός οργανισμός να αναλάβει να εκδώσει και να προωθήσει τα έργα τους και πρέπει να απευθυνθούμε σε εκδοτικούς οίκους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης;
Αυτό είναι αναγκαίο κακό. Η Κοζάνη δεν μπορεί πολλές φορές να συντηρήσει μικρότερης εμβέλειας επιχειρήσεις, πόσο μάλλον έναν εκδοτικό οίκο, γιατί ένας εκδοτικός οίκος, αν λειτουργούσε στην Κοζάνη, θα έπρεπε να έχει το βλέμμα του στραμένο σε όλη την Ελλάδα. Να έχει ένα πολύ μεγάλο δίκτυο για να μπορεί να διακινήσει τα βιβλία του. Δεν έχει νόημα να πουλάς μόνο σε μία πόλη ή μόνο σε μία περιοχή. Εκδοτικούς οίκους δεν έχει ούτε η Θεσσαλονίκη. Έχει, αλλά θα έλεγα ότι ακόμα και οι δυο-τρεις που υπάρχουν στη Θεσσαλονίκη, οι εύρωστοι, οι πιο δυνατοί είναι πάρα πολλοί για τη Θεσσαλονίκη, πόσο μάλλον για την Κοζάνη, που η Θεσσαλονίκη είναι μία πόλη δεκαπλάσια σε μέγεθος και πληθυσμό από την Κοζάνη. Μακάρι να είχαμε μία λογική αποκέντρωσης, να είχαμε στη Θεσσαλονίκη δυο-τρεις δυνατούς εκδοτικούς οίκους, πιο δυνατούς απ’ αυτούς που υπάρχουν σήμερα, θα κρατούσαν το ενδιαφέρον και θα προσέλκυαν και συγγραφείς από την Αθήνα και από άλλα μέρη. Το πρόβλημα της Ελλάδας αυτό είναι. Ο συγκεντρωτισμός σ’ ένα μέρος.
Εκτός από συγγραφέας μυθιστορημάτων, έχετε στο ενεργητικός σας δύο συλλογές διηγημάτων και περί τα 10 θεατρικά έργα και εκτός απ’ όλα αυτά είστε και δημοσιογράφος, το επάγγελμά σας είναι αυτό. Αν σας ρωτούσαν τελικά τι είστε, τι θα λέγατε; Πώς θα παρουσιάζατε τον εαυτό σας;
Με μία φράση θα σας πω αυτό που σας είχα πει και παλιότερα σε μια ανάλογη συνέντευξη μας, απλώς είμαι ένας άνθρωπος που γράφει. Δε μ’ αρέσουν οι ετικέτες. Και δε μ’ αρέσουν, γιατί είναι πάρα πολύ εύκολο σε ορισμένους να κρίνουν τους ανθρώπους, να τους κολλάνε ετικέτες, χαρακτηρισμούς. Εγώ είμαι κατά των χαρακτηρισμών. Δεν μπορώ να βρω εύκολα έναν άνθρωπο πίσω μόνο από μία ετικέτα. Δε μ’ ενδιαφέρει. Αυτή είναι η εύκολη κριτική, η εύκολη οριοθέτηση των ανθρώπων Εκείνο που έχω να πω εγώ είναι ότι είτε αφορά εμένα, είτε αφορά οποιονδήποτε άλλο όλοι μας έχουμε μόνο έναν αντίπαλο: το χρόνο. Θα φανεί εάν στο χρόνο αυτά που δημιουργήσαμε και θα δημιουργήσουμε μπορούν να αντέξουν και να επιζήσουν.
Διήγημα και μυθιστόρημα. Έχετε ασχοληθεί και με τα δύο, έχετε διακριθεί και στα δύο. Αν σας ρωτούσα ποιο από τα δυο προτιμάτε, με τι προτιμάτε να ασχολείστε, τι θα απαντούσατε;
Το διήγημα έχει τη δυσκολία ότι πρέπει να συμπυκνώσεις μέσα σε λίγες αράδες αυτά που θέλεις να πεις. Εμένα μου έχουν πει κατά καιρούς σε σχέση με τα διηγήματά μου, ότι πολλά απ’ αυτά θα μπορούσαν να ‘χαν γίνει μυθιστόρημα. Από την άλλη μεριά το μυθιστόρημα έχει πάρα πολύ κόπο, διότι ένα διήγημα μπορεί να σου παίρνει κάποιο χρόνο, αλλά εν πάση περιπτώσει σε ταλαιπωρεί λιγότερο. Περισσότερο σε ταλαιπωρεί η ύλη των νοημάτων, καθώς πρέπει να βρίσκεις τις κατάλληλες λέξεις και φράσεις για να συμπυκνωθεί το νόημα μέσα σε λίγες σειρές. Το μυθιστόρημα σου δίνει τη δυνατότητα να απλωθείς. Αλλά από την άλλη μεριά ελλοχεύει τεράστιος κίνδυνος να χαθείς κιόλας. Γιατί το μυθιστόρημα μπορεί να είναι όπως καλή ώρα Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΜΟΤΣΑΡΤ 510 σελίδες, που σημαίνει ότι σε χειρόγραφο, σε Α4 είναι περί τις 400 και είναι επίσης κάποιες χιλιάδες λέξεις. Για να μπορέσεις όλες αυτές να τις βάλεις σε μια σειρά, να συνδέονται η μία με την άλλη, χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή και βεβαίως πάρα πολύ μεγάλος κόπος, διότι κακά τα ψέματα ένα μυθιστόρημα δε βγαίνει από τη μια μέρα στην άλλη.
Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
Είναι λίγο δύσκολο να απαντήσω, γιατί είμαι σε μια φάση που οργανώνω τις παρουσιάσεις του βιβλίου αυτού. Είναι σημαντικό να γίνουν παρουσιάσεις, γιατί έτσι προσεγγίζεις καλύτερα τον κόσμο. Τα μελλοντικά μου σχέδια είναι ν’ αποφασίσω ποιο θα είναι το επόμενο μυθιστόρημα, γιατί αυτή τη στιγμή υπάρχουν στο μυαλό μου και στις σημειώσεις μου τρεις-τέσσερις ιστορίες που θεωρώ καλές, με ενδιαφέρον. Όταν λοιπόν αποφασίσω, πιστεύω την άνοιξη θα ξαναμπώ στη διαδικασία σιγά-σιγά ν’ αρχίσω να ετοιμάζω το επόμενο βιβλίο, γιατί αυτά που σας είπα οι τρεις-τέσσερις ιδέες που έχω σημειωμένες δε θέλω να βρικολακιάσουν, θέλω να πάρουν σάρκα και οστά.
Τι συμβουλή θα δίνατε σε όποιον ξεκινούσε τώρα την πορεία του στον κόσμο της γραφής;
Θα του έλεγα κάτι που μου είπε ένας παλιός μου φίλος στα παιδικά μας χρόνια. Μου ‘χε κάνει ένα δώρο τότε, μια ποιητική συλλογή με την αφιέρωση. «Κανείς δεν μπορεί να προδώσει το έργο σου, αν δεν το προδώσεις πρώτα απ’ όλους εσύ». Αυτό λοιπόν θα συμβούλευα σ’ ένα νέο συγγραφέα ή σ’ έναν άνθρωπο εν πάση περιπτώσει που προσπαθεί να μπει σ’ αυτό το χώρο. Γιατί, όταν παράγεις ένα έργο και θέλεις αυτό το έργο να προχωρήσει, πρέπει να το κρίνεις, να το κρίνεις αρνητικά, να το κατακρίνεις, να του αλλάξεις τα φώτα, να κάνεις όποια κίνηση χρειάζεται για να το βελτιώσεις. Και έτσι θα προχωρήσει. Το που θα φτάσει είναι θέμα πολλών συγκυριών. Έχει να κάνει με τις δικές σου ικανότητες, τη δουλειά που θα κάνεις, αλλά και την τύχη που παίζει πάντα καθοριστικό ρόλο.
Συνέντευξη: Κατερίνα Μ. Μάτσου
|