|
Το βιβλίο Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΜΟΤΣΑΡΤ τράβηξε εύκολα την προσοχή μου από την πρώτη του εμφάνιση στην ιστοσελίδα μεγάλου βιβλιοπωλείου της Θεσσαλονίκης. Το όνομα του συγγραφέα ήρθε δεύτερο σ’ εκείνη την πρώτη μας συνάντηση για ν’ ανακαλύψω πως αυτό ήταν το τελευταίο πόνημα ενός πολύ γνωστού μου ανθρώπου, που φροντίζει να με ξαφνιάζει πάντα με τις συγγραφικές του επιλογές και με τις απαντήσεις που δίνει άμεσα στις ερωτήσεις μου. Ο Μιχάλης Πιτένης καταθέτει στην ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΜΟΤΣΑΡΤ μία εκπληκτική ιστορία, σύνθεση μυθοπλασίας και ιστορίας. Όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο και έχοντας μελετήσει το προηγούμενο συγγραφικό έργο του Μιχάλη Πιτένη κάτι άλλο περίμενα να βρω στις 507 σελίδες της διήγησης του. Μα όταν τελείωσα την ανάγνωση της πρώτης κιόλας σελίδας κατάλαβα πως τα πράγματα δεν είναι τελικά τόσο απλά. Και ανυπομονούσα για τη συνέχεια.
Άνθρωπος ιδιαίτερα ευγενής και χαμηλών τόνων ο Μιχάλης Πιτένης βρήκε το θάρρος της έκθεσής του στο κοινό της γενέτειρας Κοζάνης το 1993, όταν ανέβασε στη σκηνή, με τη βοήθεια ενός ερασιτεχνικού θιάσου, το πρώτο θεατρικό του έργο. Από τότε μέχρι σήμερα το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει δύο συλλογές διηγημάτων, τρία μυθιστορήματα και περί τα 10 θεατρικά έργα. Όλα αυτά σε αρμονικό συνδυασμό με την αυστηρά επαγγελματική δημοσιογραφική ιδιότητά του. Η “ΔΥΤΙΚΗ” συνάντησε το Μιχάλη Πιτένη και μίλησε μαζί του για το τελευταίο του βιβλίο και τα άλλα συγγραφικά όνειρά του.
Κύριε Πιτένη, κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό το νέο σας βιβλίο, ένα νέο μυθιστόρημα Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΜΟΤΣΑΡΤ, μία ιστορία πραγματικά διαφορετική απ’ ό,τι έχετε γράψει μέχρι σήμερα. Ποια ήταν η αφορμή γι’ αυτό το βιβλίο;
Είναι όντως γεγονός ότι πρόκειται για ένα τελείως διαφορετικό βιβλίο. Το βασικό ερέθισμα μου είχε να κάνει με το πολύ σημαντικό και μεγάλο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει σήμερα όλη η ανθρωπότητα με τους αποκαλούμενους οικονομικούς μετανάστες. Αυτοί οι άνθρωποι βρέθηκαν σε μία πολύ δύσκολη θέση να περιφέρονται ανά τον κόσμο αναζητώντας μια ευκαιρία και μια ελπίδα για να μπορέσουν να στήσουν τη ζωή τους, να ξεκινήσουν από την αρχή. Είναι κάτι που ήταν στο μυαλό μου πολύ καιρό. Αλλά εγώ δεν κάνω πολιτική, δεν κάνω πολιτικές αναλύσεις. Έπρεπε για το θέμα αυτό να διαλύσω ένα μύθο και στην πορεία της έρευνας που έκανα σε διάφορες πηγές έπεσα ουσιαστικά πάνω σε δύο πράγματα. Έπεσα πρώτον στην Ίσιδα μέσα από το πορτρέτο Φαγιούμ, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί το έναυσμα της ιστορίας, όπως και για το Μότσαρτ στο Μαγικό Αυλό, η ιστορία του οποίου θα έλεγα ότι είναι η ιστορία που ουσιαστικά αναπτύσσω κι εγώ στο βιβλίο μου. Για να μπορέσω λοιπόν να μιλήσω γι’ αυτό το σημαντικό θέμα μέσα από μύθους, δοξασίες, από πράγματα διαφορετικά σε σχέση μ’ αυτά που έχω ασχοληθεί μέχρι τώρα, θα έπρεπε να ακολουθήσω διαφορετικούς δρόμους και αυτό τελικά έκανα. Τώρα με πόση επιτυχία θα το κρίνουν οι αναγνώστες. Αυτή ήταν η βασική ιδέα. Από εκεί και πέρα δημιούργησα ένα μύθο. Η ιστορία του βιβλίου είναι μια σύνθεση μύθων, αλλά και ακριβέστατων ιστορικών στοιχείων. Πιστεύω ότι δεν μπορεί κάποιος να βρει μέσα στο βιβλίο ιστορικά στοιχεία τα οποία δεν είναι ακριβή.
Πόσο δύσκολη είναι η κατάθεση και η σύνθεση ιστορικών στοιχείων με την πλοκή ενός μυθιστορήματος; Χρειάζεται ο συγγραφέας να έχει κάνει μία προηγούμενη μελέτη και πώς μπορεί να βρει κάποια λύση σε αυτό το πρόβλημα;
Οτιδήποτε κι αν επιχειρήσει να γράψει ο καθένας έχει τη δυσκολία του. Όσον αφορά τα ιστορικά στοιχεία δύσκολο είναι πολλές φορές να μπορέσεις να τα συγκεντρώσεις και να τα συνθέσεις, αλλά και να σου προσφέρουν, όταν το ολοκληρώσεις αυτό, δυνατότητες να στήσεις μια δικιά σου ιστορία. Γιατί τα ακριβή ιστορικά στοιχεία σου δίνουν μια καλή βάση, είναι τα πρώτα καλά υλικά, που είναι στέρεα και αντέχουν και πάνω στα οποία μπορείς να οικοδομήσεις εσύ τη δικιά σου ιστορία. Αυτό είναι ανάλογα με το πώς ο καθένας αντιλαμβάνεται τα πράγματα ή με τι θέλει ακριβώς να κάνει. Μπορεί να σας φαίνεται δύσκολο, γιατί δεν το έχετε επιχειρήσει. Να το επιχειρήσετε και μετά θα θεωρήσετε ότι είναι κάτι που μπορεί να γίνει. Κάτι που δεν το έχουμε κάνει ποτέ, το φοβόμαστε. Από κει και πέρα, αν το κάνουμε κι έχουμε περάσει όλη αυτή τη διαδικασία, σιγά-σιγά εξοικειωνόμαστε μ’ αυτό. Καταρχήν μέσα στο βιβλίο δεν αναφέρεται κανένα ανύπαρκτο μέρος. Όλα τα μέρη που αναφέρονται είναι μέρη υπαρκτά. Υπάρχουν δύο βεβαίως τα οποία δεν θα σας τα αποκαλύψω, ίσως εσείς που έχετε διαβάσει το βιβλίο να τα έχετε εντοπίσει, που απλώς πήραν μια ονομασία από μένα, που βόλευε στην ιστορία. Αυτά τα δύο μέρη όντως δεν υπάρχουν κι είναι τα μοναδικά που δημιούργησα εγώ με τη φαντασία μου.
Είναι πιο γοητευτικό για έναν συγγραφέα η ιστορία του να διαδραματίζεται σε κάποιο ανύπαρκτο φανταστικό μέρος;
Είναι τόσο γοητευτικό, όσο το ότι δημιουργείς φανταστικούς ήρωες, γιατί κι οι ήρωες που υπάρχουν μέσα φανταστικοί είναι, δεν είναι υπαρκτά πρόσωπα. Μπορεί να αναφέρονται ορισμένα συγκεκριμένα ιστορικά πρόσωπα, όπως π.χ. ο Μότσαρτ, αλλά οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές δεν είναι κανένας ιστορικό υπαρκτό πρόσωπα. Με την έννοια αυτή λοιπόν είναι το ίδιο γοητευτικό να δημιουργείς χώρους και τοποθεσίες φανταστικές, όσο το να δημιουργείς χαρακτήρες.
Διαμορφώνει συνειδήσεις ο συγγραφέας με το έργο του; Επηρεάζει τον αναγνώστη, ειδικά όταν πρόκειται για έναν νέο αναγνώστη;
Πιστεύω ότι ένας συγγραφέας μπορεί να επηρεάσει έναν αναγνώστη, όπως ένας φίλος μπορεί να επηρεάσει έναν άλλο μέσα από μια κουβέντα. Οι γνώμες, γιατί γνώμη καταθέτει και ο συγγραφέας, μπορούν να επηρεάσουν τον αναγνώστη, τον τρόπο σκέψης ενός ανθρώπου. Εκείνο το οποίο ελπίζω πάντοτε να επηρεάζει ένας συγγραφέας κι ένα καλό βιβλίο είναι στο να δημιουργεί νέους αναγνώστες. Γιατί κάποιος που θα πρωτοπάρει ένα βιβλίο, αν πέσει σ’ ένα καλό βιβλίο, είναι πολύ πιθανό να το ξανακάνει και να διαβάσει κι άλλα βιβλία κι έτσι να έχουμε ένα πολύ σημαντικό κέρδος. Ακόμα κι αν κερδίσουμε έστω κι έναν αναγνώστη είναι πολύ σημαντικό. Από κει και πέρα το βιβλίο δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο η προσωπική άποψη κάποιου. Το πόσο θέλουμε να τη δεχτούμε ή όχι είναι στο δικό μας χέρι. Και φυσικά πολλές φορές και να το σκέφτεσαι αυτό δεν μπορείς να το απαντήσεις ο ίδιος για τον πολύ απλό λόγο ότι από τους όποιους αναγνώστες ενός βιβλίου θα συναντήσεις ελάχιστους, ένα πολύ μικρό ποσοστό. Τώρα σε τι τους επηρέασε ή δεν τους επηρέασε, σε τι τους δημιούργησε θετικές ή αρνητικές εντυπώσεις δε θα το μάθεις ποτέ.
Ο τόπος, όπου ζει ο συγγραφέας, ο τόπος όπου έχει μεγαλώσει κι όπου έχει ζήσει έστω και προσωρινά, επηρεάζει το έργο του;
Ο τόπος επηρεάζει πάντα το έργο. Αναμφίβολα αυτά που έχουμε ζήσει και είναι πλέον εμπειρίες δικές μας και πράγματα που έχουν χαραχτεί στο μυαλό και στην καρδιά μας είναι πάντοτε τα πρώτα υλικά που μας βοηθούν να γράψουμε. Φυσικά ακολουθούν και άλλες διαδικασίες και διεργασίες, όπως το διάβασμα, η έρευνα, η συζήτηση κάποιες φορές με άλλους ανθρώπους από τους οποίους αντλούμε εικόνες και εμπειρίες, που βοηθούν να γράψουμε. Άρα λοιπόν με την έννοια αυτή φυσικά ο τόπος επηρεάζει, αλλά αν το δούμε λίγο πιο ανοιχτά το όλο θέμα, εκείνο το οποίο επηρεάζει έναν συγγραφέα σαν εμένα που ζει στην Κοζάνη, η ίδια η πόλη και η περιοχή είναι η εξής πλευρά. Στην Αθήνα είσαι πιο κοντά σ’ αυτό που λένε κέντρο αποφάσεων. Το βιβλίο σου μπορεί να γίνει θέμα σ’ ένα μέσο πανελλήνιας κυκλοφορίας, σε μία εφημερίδα ή σ’ ένα άλλο μέσο μαζικής ενημέρωσης, που έχει μεγαλύτερη εμβέλεια και ακροαματικότητα κι άλλο να είσαι στην Κοζάνη. Το πρόβλημα για παράδειγμα είναι ότι εδώ δε θα βρεις ανθρώπους να ασχολούνται αποκλειστικά με το βιβλίο, δε θα βρεις ανθρώπους να κάνουν π.χ. μία εκπομπή στην τηλεόραση αποκλειστικά για το βιβλίο που θα σε καλέσουν να κάνεις μία εκ βαθέων κουβέντα. Αυτοί που ασχολούνται με τη δημοσιογραφία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι υποχρεωμένοι να κάνουν πολλά πράγματα κι αυτό, όπως μπορεί κανείς να αντιληφθεί, δεν είναι πάντοτε καλό και για την ίδια τη δουλειά του ατόμου, αλλά ούτε και για τη δουλειά ενός ανθρώπου που δημιουργεί όπως είμαι κι εγώ, όπως είστε κι εσείς, όπως κι όλοι οι άλλοι που μένουν εδώ. Δηλαδή ωραία, δίνουμε μια συνέντευξη κάπου, αλλά πολλές φορές είναι μια συνέντευξη η οποία δε μπορεί να βοηθήσει και το ίδιο το έργο και το συγγραφέα. Νομίζω λοιπόν ότι αν σε κάτι επηρεάζει το να μείνει κανείς σε μια πόλη σαν την Κοζάνη είναι σ’ αυτό ακριβώς. σημειώσει, είστε ένα πανάξιος Ελληνάρας και θα σας προτείνουμε για παράσημο. Αν, από την άλλη, έχετε πολλά 4, τότε είναι άσχημα τα μαντάτα για εσάς. Είστε ένας ξενέρωτος, αγαθοβιόλης, βουτυρομπεμπές και τζιτζιφιόγκος που αποτελεί ντροπή για το υπερέθνος μας.
Συνέντευξη: Κατερίνα Μ. Μάτσου
|